ΟΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΒΙΩΝΕΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΗΨΗ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΛΟΧΕΙΑ

Η εγκυμοσύνη και η μετάβαση στην μητρότητα είναι μια από τις πιο σημαντικές εμπειρίες στην ζωή μιας γυναίκας. Η ψυχολογική κατάσταση της γυναίκας κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης μέχρι και την εμπειρία του τοκετού και οι πιθανότητες επιπλοκών έχουν εξεταστεί από μια σειρά από έρευνες που έχουν γίνει πάνω σ’ αυτό το θέμα. Όπως η Ferreira, αναφορά από Reading (1983), αναφέρει: «Η πεποίθηση ότι η ψυχολογική κατάσταση της εγκύου επηρεάζει το παιδί που κυοφορεί είναι τόσο παλιά όσο και η ανθρώπινη φυλή».
Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, η έγκυος βιώνει πρωτόγνωρα συναισθήματα που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πνευματική και ψυχική εξέλιξη του εμβρύου. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος που παίζει το στρες κατά την διάρκεια της σύλληψης. Το στρες έχει μελετηθεί σε σχέση με την καθυστέρηση στην ανάπτυξη του εμβρύου, με επιπλοκές κατά την διάρκεια του τοκετού, με τον πρόωρο τοκετό, συναισθηματικές διαταραχές μετά τον τοκετό και κατά συνέπεια προβλήματα στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στην μητέρα και στο παιδί.
Ο Σωρανός, όπως αναφέρεται στον Temkin (1991), τονίζει τον ρόλο της ψυχολογικής κατάστασης της εγκύου για την διατήρηση μιας καλής εγκυμοσύνης. Χαρακτηριστικά προτείνει, η γυναίκα την περίοδο της σύλληψης να αποφεύγει κάθε υπερβολή ή έντονη αλλαγή είτε σωματική είτε ψυχική και να αποφεύγονται οι έντονες συγκινήσεις. Σχετική έρευνα (Sontag, 1941) δείχνει ότι όσο πιο αρνητική είναι η στάση της εγκύου κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, τόσο πιο έντονα είναι τα προβλήματα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού. Η εγκυμονούσα με αναστολές και αρνητική στάση απέναντι στην εγκυμοσύνη εκδηλώνει ψυχολογικά προβλήματα όπως στρες και φόβο καθώς επίσης και σωματικά όπως ναυτία, εμετούς, ζαλάδες και επιπλοκές κατά την διάρκεια του τοκετού (Paraskeyopoulos, 1985). Πρόσφατες καλά δομημένες μελέτες δηλώνουν ότι η εγκυμονούσα με υψηλά επίπεδα άγχους στην αρχή της εγκυμοσύνης βρίσκεται σε αυξημένο κίνδυνο αυτόματης έκτρωσης, έχει τρεις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσει προεκλαμψία (κατάσταση που οδηγεί σε επιβράδυνση της εμβρυικής ανάπτυξης και άλλα προβλήματα στο έμβρυο) και πρόωρο τοκετό (reduced head circumference in particular) (Van den Bergh, 1992). Σε σχέση με την παραπάνω έρευνα, τα ευρήματα μιας έρευνας που διεξήχθει από μια ομάδα ερευνητών με οδηγό τον Dr Dorthe Hansen υποστηρίζει ότι έντονο άγχος κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι πιθανό να προκαλέσει δυσλειτουργίες στο αγέννητο παιδί (Hansen, 2000).
Πέρα από τις αναφορές στο πως το στρες της εγκύου επηρεάζει το έμβρυο στην μήτρα, υπάρχει μια σειρά από έρευνες που εξετάζουν την επίδραση του αυξημένου άγχους κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης στην συμπεριφορά και στα συναισθήματα του παιδιού. Πιο συγκεκριμένα, έρευνες δείχνουν ότι υψηλά επίπεδα της ορμόνης του στρες κορτιζόλης στο αμνιακό υγρό στην μήτρα μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εμβρύου, επηρεάζοντας τις μελοντικές του κοινωνικές δεξιότητες, την γλωσσική του ικανότητα, προβλήματα συμπεριφοράς, την μνήμη του ή άλλα γνωστικά προβλήματα (όπως την διαταραχή ελλειματικής προσοχής-υπερκινητικότητα) ανεξάρτητα από τις επιδράσεις της επιλόχιας κατάθλιψης που είναι πιθανό να βιώνει η μητέρα (Courtis, 2007) (Rodriguez & Bohlin, 2005).
Η εγκυμοσύνη είναι μία περίοδος αλλαγών στη διάθεση τόσο κατά το χρονικό διάστημα πριν τον τοκετό όσο και κατά την διάρκεια της λοχείας. Η πιο σημαντική στιγμή της εγκυμοσύνης είναι φυσικά η γέννηση του παιδιού (Smith & Singh, 1992). Κατά την διάρκεια των πρώτων εβδομάδων και μηνών μετά τη γέννα, το νεογέννητο εξετάζεται ενδελεχώς από το ιατρικό προσωπικό, σε αντίθεση με τη μητέρα που «παραμελείται» (Harberger, Berchtold & Honikman, 1992). Οι εβδομάδες και οι μήνες που ακολουθούν μετά τη γέννα είναι περίοδος υψηλής ευπάθειας σε ψυχιατρικές διαταραχές. Τουλάχιστον το 50% τωνγυναικών που έχουν γεννήσει παρουσιάζουν επιλόχεια μελαγχολία, η 1 στις 5 γυναίκες παρουσιάζουν επιλόχια κατάθλιψη και η 1 στις 1.000 υποφέρουν από ψυχωτικές διαταραχές. Αν και οι αιτίες παραμένουν αβέβαιες, ωστόσο τα αίτια αποδίδονται σε ψυχολογικούς, κοινωνικούς και βιολογικούς παράγοντες (Davis & Abou-Saley, 1992).
Πιο συγκεκριμένα, ερευνητές/τριες υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές στη διάθεση ξεκινούν κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και εξακολουθούν να υφίστανται μετά τον τοκετό (Paul & Trad, 1994). Η επιλόχεια μελαγχολία είναι η πιο συνηθισμένη συναισθηματική κατάσταση που βιώνει μία γυναίκα μετά τον τοκετό (Campbell, 1992). Η επιλόχεια μελαγχολία είναι μία παροδική περίοδος ήπιας κατάθλιψης, ενναλαγών διάθεσης, ανησυχίας και έλλειψης συγκέντρωσης (Amankwaa, 2003; Parry, 1992). Συνήθως ξεκινάει 3 έως 10 ημέρες μετά τον τοκετό και διαρκεί από μερικές ώρες έως μερικές ημερες. Θεωρείται ως μία φυσιολογική κατάσταση της λοχείας. Τα πρώιμα συμπτώματα της επιλόχειας μελαγχολίας μοιάζουν με τα συμπτώματα της επιλόχειας κατάθλιψης (Hamilton, Harberger & Parry, 1992).
Αν και η πιο συνηθισμένη συναισθηματική κατάσταση που βιώνει μία γυναίκα μετά τον τοκετό είναι η επιλόχεια μελαγχολία, ωστόσο σημαντικός αριθμός γυναικών, 1 στις 7, βιώνουν μία πιο σοβαρή συναισθηματική κατάσταση, την επιλόχεια κατάθλιψη (National Institute for Health and Clinical Excellence, 2007). Η επιλόχεια κατάθλιψη μπορεί να παρουσιαστεί ημέρες ή ακόμη και μήνες μετά την γέννηση του παιδιού (American Psychological Association, 2011). Είναι πιθανό να παρουσιαστεί κατά την προγεννητική περίοδο (Mallikarjun & Oyebode, 2005; Parry, 1992) και μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες ή μήνες εάν η μητέρα δεν απευθυνθεί σε επαγγελματία ψυχικής υγείας. Η επιλόχεια κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από μία παρατεταμένη περίοδο συναισθηματικών διαταραχών κατά τη διάρκεια αυξημένων υπευθυνοτήτων όσον αφορά το νεογγέννητο βρέφος. Οι συνέπειες τόσο για την μητέρα όσο και για την οικογένεια της είναι πολύ σοβαρές (American Psychological Association, 2011).
Σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικάνικης Ψυχολογικής Εταιρείας (2011), υπολογίζεται ότι 9-16% των γυναικών μετά τον τοκετό, βιώνουν επιλόχεια κατάθλιψη. Τα σημάδια που προειδοποιούν είναι διαφορετικά για την καθεμία αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν: έλλειψη ευχαρίστησης ή ενδιαφέροντος για πράγματα που η γυναίκα συνήθιζε προηγουμένως να απολαμβάνει, αυξημένη ή μειωμένη επιθυμία για φαγητό σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση, ανησυχία ή πανικός, συναισθήματα ενοχής και θυμού, κλάματα, απομόνωση, έλλειψη ενδιαφέροντος για το μωρό, μειωμένη ικανότητα ανταπόκρισης στην καθημερινή ζωή, αύξηση ανησυχίας, άγχος, συναισθήματα φόβου, δυσκολία στην παροχή κατάλληλης φροντίδας προς το βρέφος, απώλεια ευχαρίστησης ή ενδιαφέροντος για τη ζωή, διαταραχές του ύπνου, συναισθήματα ευερεθιστότητας, απόσυρση από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, σκέψεις αυτοκαταστροφικές ή βλαβερές προς το βρέφος (American Psychological Association, 2011). Εάν τα ανωτέρω συμπτώματα διαρκέσουν για περισσότερο από 2 εβδομάδες, τότε η γυναίκα θα πρέπει να απευθυνθεί σε επαγγελματία ψυχικής υγείας (Harberger, Berchtold & Honikman, 1992).
Η 1 στις 1.000 γυναίκες μετά τον τοκετό βιώνουν την επιλόχεια ψύχωση. Η επιλόχεια ψύχωση συνήθως εμφανίζεται μέσα σε 2 εβδομάδες μετά τη γέννα (Parry, 1992). Η επιλόχεια ψύχωση συνδέεται με δραματικές αλλαγές στις ορμόνες τις δύο πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Η ξαφνική και γρήγορη αλλαγή στα επίπεδα των ορμονών (οιστρογόνα, προλακτίνη) ενεργοποιούν ένα μηχανισμό για την επιλόχεια ψύχωση, στα άτομα τα οποία τείνουν να αναπτύξουν διπολική διαταραχή (Davis & Abou-Saley, 1992). Η κλινική εικόνα της επιλόχειας ψύχωσης περιγράφεται ως κατάθλιψη, παρανοικές παραισθήσεις, παραλήρημα, υποχονδρίαση (Nomura & Okano, 1992). Εάν μία μητέρα έχει βιώσει προηγούμενο επεισόδιο επιλόχειας ψύχωσης, τότε οι πιθανότητες να το βιώσει για δεύτερη φορά είναι 1 προς 3 (Parry, 1992).
Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι ένα καλό υποστηρικτικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει τον σύντροφο, την οικογένεια και το φιλικό περιβάλλον της εγκυμονούσας είναι πηγή ενδυνάμωσης και στήριξης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων με όσο το δυνατόν λιγότερο άγχος.
Χαρακτηριστικά, αναφέρεται ότι η συναισθηματική και κοινωνική υποστήριξη και η πρακτική βοήθεια (για παράδειγμα στις δουλειές του σπιτιού και στη δημιουργική απασχόληση των παιδιών) είναι θετικώς συσχετισμένα με την ψυχική και σωματική υγεία της μητέρας την χρονική περίοδο της γέννησης. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι οι μητέρες που έχουν την υποστήριξη μιας συντροφιάς κατά την διάρκεια της εμπειρίας του τοκετού έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν επιλόχεια κατάθλιψη (Gjerdingen, Froberg & Fontaine, 1991).
Επιπλέον, η άσκηση (όταν αυτή επιτρέπεται), οι ασκήσεις χαλάρωσης και οι ψυχοπροφυλακτικές μέθοδοι αποτελούν μερικές από τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά για την χαλάρωση της εγκυμονούσας (Moraitou, Mpouroutzoglou, Xatsimixaloglou & Kallia, 2003).

Βιβλιογραφία
Amankwaa, L. C. (2003). Postpartum Depression, Culture and African-american Women. Journal of Cultural Diversity 10 (1), 23-29.
American Psychological Association (2011). Postpartum Depression. Available: http://www.apa.org/pi/women/programs/depression/postpartum.aspx
Campbell, J. L. (1992). Maternity Blues: A Model
for Biological Research. In J. A. Hamilton & P. Harberger (Eds.) Postpartum Psychiatric Ilness: A Picture Puzzle (pp. 90-101). Philadelphia: University of Pennsylvania Press.
Courtis, P. (2007). Stress in pregnancy can affect child’s development. Available: Http:// www. Guardian. Co. uk/profile/pollycurtis
Davis, J. C., & Abou-Saleh, M.T. (1992). Psychiatric Manifestations in Patients with Postpartum Hypopituitarism. In J. A. Hamilton & P. Harberger (Eds.) Postpartum Psychiatric Ilness: A Picture Puzzle (pp. 191-199). Philadelphia: University of Pennsylvania Press.
Gjerdingen, D.K., Froberg, D.G. & Fontaine, P. (1991). The Effects of Social Support on Women’s Health during Pregnancy, Labor and Delivery, and the Postpartum Period. Fam Med, 23 (5), 370-5.
Hamilton, J. A., Harberger, P., & Parry, B. L. (1992). The Problem of Terminology. In J. A. Hamilton & P. Harberger (Eds.) Postpartum Psychiatric Ilness: A Picture Puzzle (pp. 33-40). Philadelphia: University of Pennsylvania Press.
Hansen, D. et al (2000). Emotional stress can affect the developing child. The Lancet medical journal.
Harberger, P., Berchtold, N., & Honikman, J. (1992). Cries for Help. In J. A. Hamilton & P. Harberger (Eds.) PostpartumPsychiatric Ilness: A Picture Puzzle (pp. 41-60). Philadelphia: University of Pennsylvania Press.
Mallikarjun, P. K., & Oyebobe, F. (2005). Prevention of Postnatal Depression. Perspectives in Public Health, 125 (5), 221-226.
Moraitou, M., Mpouroutzoglou, M., Xatzimixaloglou, A. & Kallia, U. (2003). Anaskopisi ton Physikon Methodon gia ton Toketo. Eleytho, 8 (1), 36-42.
National Institute for Health and Clinical Excellence (2007). Antenatal and Postnatal Mental Health. Available: Available: http://www.nice.org.uk/nicemedia/live/13098/50416/50416.pdf
Paraskeyopoulos, I.N. (1983). Ekseliktiki psychologia : h psychiki zoi apo th sullipsi os thn enilikiosi. Athina: Paraskeyopoulos.
Parry, B. L. (1992). Reproductive-Related Depressions in Women: Phenomena of Hormonal Kindling? . In J. A. Hamilton & P. Harberger (Eds.) Postpartum Psychiatric Ilness: A Picture Puzzle (pp. 200-218). Philadelphia: University of Pennsylvania Press.
Rodriguez, A. and Bohlin, G. (2005). Are maternal smoking and stress during pregnancy related to ADHD symptoms in children? Journal of Child Psychology and Psychiatry. 46(3):246-54.
Reading, A. (1983). Psychological Aspects of Pregnancy. United States of America: Longman Inc.
Sontag, L.W. (1941). The significance of fetal environmental difference. American Journal of Obstetrics and Gynecology.
Temkin, O. (1991). Soranus’ Gynecology. United States of America: John Hopkins Press.
Van den Bergh, B.R. (1992). Maternal emotions during pregnancy and fetal and neonatal behavior. In J.G. Nijhuis, Fetal behavior: Development and perinatal aspects (p.p. 110-149). New York: Oxford University Press.

Από τις: Σέβη Γαλάτουλα, Ψυχολόγος - Επιστημονικά υπεύθυνη Κέντρου Ημέρας και Ελένη Σιακαβέλλα, Κοινωνική λειτουργός Κέντρου Ημέρας

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συμμετοχή Κέντρου Ημέρας Χίου στην 8η Γιορτή Αγροτουρισμού